Friday, August 18, 2017

Οργασμός της αγελάδας και άλλων κτηνών : πολύ κακό για το τίποτα (;)

Σήμερα θα μιλήσουμε για το σεξ, τελεία και καύλα. Δε μου σηκώνεται κουβέντα. Να πούμε την αλήθεια, πριν κανά μήνα, είχα στο μυαλό μου ένα πιο οργανωμένο σχέδιο ανάπτυξης της θεματολογίας μου. Αλλά μεσολάβησαν οι καλοκαιρινές διακοπές, όπου ισοπεδώθηκα από έναν οργασμό σκέψεων και συναισθημάτων, ελλείψει οποιουδήποτε άλλου οργασμού. Έτσι, αποφάσισα να σπάσω μια στάλλα τη δομημένη ροή και ν' αραδιάσω κάποιες σκόρπιες ιδέες μου. Για να μην επαναλαμβάνομαι λοιπόν - όχι μόνο γιατί το βαριέμαι, αλλά κι επιπλέον γιατίς είμαι άντρας πολλά βαρύς κι έτσι - ξεκαθαρίζω εξαρχής πως όσες κουβέντες ακολουθήσουν δεν είναι θέσεις ή γνώμες κατασταλλαγμένες κι εξυπνάδες αδιαπραγμάτευτες. Δεν είναι παρά απλές εικασίες, προσπάθειες επαναπροσδιορισμού των δεδομένων, στα οποία έχουμε επαναπαυθεί και τα οποία, πιθανόν, δημιουργούν συχνά αδιέξοδα. Για να προλάβω, επίσης, πλείστες όσες ανέραστες ή στραβογαμημένες φεμινίστριες (η ξινοψυχία δεν είναι φυσικά φεμινισμός), δεν αρνούμαι σε καμία περίπτωση το δικαίωμα της γυναίκας στον σεξουαλικό αυτοπροσδιορισμό, στην καύλα, στον οργασμό, στα πλαστικά πέη με ρεύμα μονοφασικό ή μπαταρία,  και, τέλος πάντων, σε οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς ν' αλωνίζει στο γυναικείο σώμα, με στόχο την ψυχική ισορροπία και τη συμπαντική αρμονία.

Τι 'ναι το σεξ, τι 'ν' το ζουμί του; Πού να ξέρω; Άλλο θέλω να κουβεντιάσουμε. Να πούμε θέλω γι' αυτό το πράμα, τον οργασμό. Καταρχάς, σε καμία περίπτωση δεν είμαι εγώ που θ' αμφισβητήσω τη σημασία ή την αξία ενός καλού οργασμού. Μπορώ, όμως, να επιχειρήσω μια άλλη αμφισβήτηση, όχι ποιοτική αλλά ποσοτική. Έρχομαι, δηλαδή, ν' αμφισβητήσω όχι τη σημασία, αλλά το ύψος αυτής. Να μπουν, χρειάζεται, τα πράγματα στα σωστά τους μέτρα κι ούτε να τα υποτιμούμε, ούτε όμως να τα διογκώνουμε σε βαθμό τέτοιο, που να φέρνει τελικά τα αντίθετα αποτελέσματα από εκείνα που στοχεύουμε. Όσα θα πω παρακάτω έχουν άμεση σχέση με τη δική μου σεξουαλικότητα και τα δικά μου βιώματα. Κι ωστόσο, μη όντας ιδιαίτερα ξεχωριστός απ' τον υπόλοιπο κόσμο, είναι πιθανό να υπάρχουν αρκετές ψυχές, ικανές να ταυτιστούν ή έστω να μοιραστούν ένα κομμάτι απ' τους προβληματισμούς μου.


Μια τζούρα φλυαρίας

Παράμετρος πρώτη. Ένα μεγάλο μέρος από τις τελευταίες γενιές έχει σχηματίσει τις πρώτες σεξουαλικές εικόνες από την τηλεόραση και τις ταινίες. Είναι γνωστό τοις πάσι ωστόσο, ότι δεδομένων των χρονικών περιορισμών, οι περισσότεροι σκηνοθέτες (α) ξεπετούν την ερωτική πράξη στο τάκα-τάκα, φτάνοντας στα τελειώματα μέσα σε 3-4 πλάνα, λες κι είχαμε καμιά κωλοκαούρα να δούμε πχ. το Μελ Γκίμπσον να γκαρίζει, και (β) εκβιάζουν - ή ακόμα κι εκθειάζουν - τη χρονική ταύτιση των οργασμών, σα να χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι.

Καταρχάς, άμα κλείσετε λίγο τα μάτια, μπορείτε να φανταστείτε οποιαδήποτε σκηνή σεξ με το πλάνο να σβήνει, προτού γίνουμε μάρτυρες δυο κακομοίρηδων που παλεύουν να μας πείσουν ότι χύνουν. Η σκηνή δε θα 'χανε στο παραμικρό σε μήνυμα ή δύναμη, ακόμα κι αν δεν έχυνε κανείς, αφού ο μέσος θεατής το μόνο που θέλει να δει είναι λίγο βυζί και κανά κώλο. Το μόνο καλό που πετυχαίνει ένας κινηματογραφικός οργασμός είναι να μας ενημερώσει ότι επιτέλους τελειώνει αυτό το ρομαντικό μαρτύριο - που 'χει υιοθετηθεί μπας και τσιμπήσουμε κανά θηλυκό εισητήριο παραπάνω - κι ότι σε δυο-τρεις σκηνές επιστρέφουμε πίσω στις καυλωτικές σφαίρες και τους φόνους. Από την άλλη, όμως, παγιώνεται στις αντιλήψεις κι ένα μεγάλο κακό: ο οργασμός φαντάζει σχεδόν αυτοσκοπός. Λες κι όλες οι προηγούμενες περιπτύξεις ακυρώνονται, αν δεν καταλήξουν σε κραυγές σπερματωαρικής αγωνίας.

Για τη χρονική ταύτιση, τώρα πούτσες μπλε. Στην εφηβεία μας απασχολούσαν πολύ, όλα ετούτα τα θέματα. Η πραγματικότητα κάποτε σε προσγειώνει, όχι ανώμαλα ωστόσο. Απλά σε προσγειώνει στην... πραγματικότητα. Μη σου πω, ότι θα 'πρεπε να ευλογούμε ετούτη τη διαφορά των φάσεων. Καθότι ο οργασμός είναι μια ξεκάθαρα εγωιστική ηδονή, που μέσα του χάνεσαι και χάνεις τ' αυγά και τα πασχάλια, κι έτσι είναι πολύ όμορφο - τουλάχιστον, για όσους ενδιαφέρονται - να μπορεί καθένας να απολαμβάνει την εμπειρεία της ηδονής στο σώμα του συντρόφου του, δίχως να αποσπάται από τα προσωπικά του ρίγη.


Παράμετρος δεύτερη. Στο γυναικείο αγώνα για χειραφέτηση από την αντρική μαλακία - που ξεχειλίζει αφειδώς γύρω μας, δόξα τω Θεώ - επιστράφηκε δικαίως στη γυναίκα το δικαίωμά της σε μια πλήρη σεξουαλική ζωή, το δικαίωμα να απολαμβάνει την ηδονή ισότιμα και απενεχοποιημένα. Στην προσπάθεια αυτή δόθηκε - κατά την ταπεινή μου γνώμη μου - μια υπερβάλλουσα έμφαση στη σημασία του γυναικείου οργασμού, τόσο ώστε να νομίζει κανείς - ξεφυλλίζοντας τη λαϊκή αρθρογραφία - ότι η σεξουαλική πράξη είναι γενικά για το μπούτσο, αν δεν καταλήξει σε ηδονικούς σπασμούς, ποταμούς από οργασμικά σάλια κι αν δεν τρίξουν τα κρύσταλλα από τα ντεσιμπέλ. Δεν είμαι δόκτορ της νευροφυσιολογίας, ούτε κοινωνιολόγος, ούτε σεξολόγος, ωστόσο στο σημείο αυτό υποπτεύομαι μια μανία να γίνει η γυναίκα ισοπεδωτικά ισότιμη με τον άντρα, άρα σώνει ντε και καλά πρέπει να χύνει κι αυτή αβέρτα, ειδάλλως είναι δυστυχισμένη και φαλλοκρατημένη. Χμμμ. Και λέω "χμμμ", τόσο για τη γυναίκα, όσο και για τον άντρα.

Είχα και μια τρίτη παράμετρο, αλλά στο μεταξύ πήγα να φάω και την ξέχασα. Κομμάτια να γίνει.

Μπλα μπλα μπλα

Τώρα, αν θέλει κανείς απλά κάπου να χώσει το πουλί του ή κάτι να χώσει στο μουνί του, δεν έχει νόημα να διαβάσει παρακάτω. Δεν μιλώ απαξιωτικά κι είναι απολύτως φυσιολογικό. Καλή τύχη του ή της ευχόμαστε, λοιπόν, κι ίσως με μια μικρή δόση ζήλειας :D . Όσα είπαμε κι όσα ακολουθήσουν αφορούν εκείνους, που πλαγιάζουν μ' ανθρώπους για τους οποίους νοιάζονται και αγαπούν. Ακόμα κι έτσι, λοιπόν, δεν είμαι εγώ εκείνος που θα καθορίσει τι γουστάρει να κάνει ο καθένας στο κρεβάτι του, αν δηλαδή γουστάρει κάμα-σούτρα και ουρολαγνεία ή επιτελεί την πράξη με τη λιτότητα και την οικονομία ενός ζώου (δεν το λέω υποτιμητικά). Αλλά για όλους, υπάρχει ένας ζυγός, που στο 'να τάσι έχει τη λύσσα του οργασμού, στ' άλλο την ηδονή της ένωσης και κατά πού γέρνει ο ζυγός, γέρνει και η χαρά μας. Θέλω να προσέξετε ότι εδώ μιλάω συγκεκριμένα για τον οργασμό, για το τελείωμα, κι όχι για το μήκος και το πλάτος της σεξουαλικής πράξης. Αλλιώς θα έπρεπε να γράφω για άλλες δέκα ώρες και δεν έχω καμία διάθεση.

Γι' ανθρώπους σαν και του λόγου μου, που 'χουν μετρήσει τη μοναξιά όχι με μήνες ή χρόνια, παρά με δεκαετίες, οι πολύτιμες ευκαιρίες να μοιράζεσαι σώμα και καρδιά με τους ανθρώπους που αγαπάς, ακτινοβολούν με εντελώς διαφορετικές αποχρώσεις, από εκείνες των χορτάτων ανθρώπων. Οι τετριμμένες σημασίες και οι πολυδιαφημισμένες ηδονές αποχρωματίζονται ή εξατμίζονται. Αντ' αυτών, οι ποιότητες αντιστρέφονται και το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από την τεχνική ικανότητα των σωμάτων στην γυμνή πληρότητα της επαφής, δίχως φιοριτούρες και τζιριτζάντζουλες. Με απλά λόγια, γουστάρεις και καυλώνεις τόσο που κείτεσαι γυμνός, κολλημένος, ιδρωμένος πάνω στον άνθρωπο που αγαπάς, ώστε αν θα μπεις τρεις και θα βγεις εφτά, αν θα το κάνεις καρεκλάτο, ιεραποστολικό ή μέσα στο τζάκι, αν θα χύσεις δύο, τρεις, σήμερα, αύριο, ποτέ, δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Όχι πως όλα ετούτα δεν έχουν τη δική τους ομορφιά, τους δικούς τους κανόνες, ωστόσο είναι κρίμα να κλέβουν χώρο που δεν τους ανήκει, να λειτουργούν εις βάρος της πραγματικής ευτυχίας, γαντζωμένα σε μια άλλη ευτυχία λιγότερη κι από εφήμερη.

Λέω, λοιπόν, πως καλά και τα κόλπα και τα χύσια κι όλα τα σχετικά. Υπάρχει μια πολύπλοκη νευροφυσιολογία στη σεξουαλική πράξη, που μαζί με τα συμπλέγματα του καθενός γίνεται ένα κουβάρι που δε βγάζεις άκρη, γι' αυτό όπως τη βρίσκει κανείς. Θα πρέπει, ωστόσο, να πάψουμε να βλέπουμε στον οργασμό ένα τελικό στόχο, ένα απώτερο σκοπό. Ειδικότερα, θα πρέπει να πάψουμε να σηκώνουμε το γυναικείο οργασμό σα λάβαρο στο λυσσαλέο αγώνα να πάρουν οι τωρινές γυναίκες το αίμα τους πίσω, για όλες εκείνες τις χίλιες-μύριες προγόνισσες ή τις ίδιες τις μανάδες μας, που μαράζωσαν στη μοναξιά, στο ξύλο, στο βιασμό, στην αδιαφορία, στη σύμβαση. Ετούτοι οι συμβολισμοί με τις συναισθηματικές φορτίσεις τους θα πρέπει να πάψουν να μας στοιχειώνουν.

Ναι έχουν όλες οι γυναίκες δικαίωμα στον οργασμό, αλλά τι σημαίνει αυτό τελικά; Αν σημαίνει ψυχολογικά ή ψυχιατρικά συμπλέγματα, που στέκονται τροχοπέδη σε μια πλήρη σεξουαλική έκφραση, τότε οκ, ναι και μαζί σας. Αν σημαίνει να παρατήσεις το μαλάκα, που χύνει κι έπειτα γυρνά από την άλλη και ροχαλίζει, τότε ξανά οκ και μαζί σας. Αλλά πολύ υποψιάζομαι από όσα διαβάζω και συζητώ, πως στη "λαϊκή" φαντασία έχει μετατραπεί (ο οργασμός) σε μια ψύχωση απ' την ανάποδη, από δικαίωμα σε υποχρέωση, σε καταναγκασμό, ακυρώνοντας τελικά ό,τι όμορφο και ηδονικό έχει πιθανότατα συμβεί νωρίτερα. Δε θα 'ταν νομίζω λάθος, αν ισχυριστούμε ότι δεν είναι η σεξουαλική πράξη ένας μακρύς προθάλαμος, με σκοπό να μας οδηγήσει στα σαλόνια της τελικής κλιμάκωσης, παρά αντιθέτως ο οργασμός έρχεται στο τέλος σαν επιβράβευση όλων εκείνων των ηδονικών θερμίδων, που έχουν προηγηθεί.


Κι άλλα πολλά λόγια

Ο οργασμός είναι αυτός που είναι κι ούτε δεύτερη σκέψη δεν του αξίζει. Άμα είναι να έρθει ήρθε, άμα πάλι περνά η ώρα και δε γίνεται, δεν τρέχει κάστανο. Άσ' τον γι' αύριο. Γι' αυτό υπάρχει και το δάχτυλο ή η χούφτα. Αν δε χαίρεσαι απλά και ξηγημένα για τον άνθρωπο που 'χεις στο πλευρό σου, τότε κάτι άλλο είναι που δεν πάει καλά με την πάρτη σου. Δεν σου φταίει ο οργασμός. Οι περισσότεροι άνθρωποι που 'χω γνωρίσει έχουν στο μυαλό τους, πρώτα και κυρίως, τη ζωή που θα 'θελαν να ζήσουν, με τ' απωθημένα και τις κομπλεξαρίες τους. Τον άνθρωπο, με τον οποίο θα 'θελαν να τις ζήσουν - αν υποθέσουμε πως έχει έστω μια ελάχιστη σημασία το τελευταίο - τόνε βάζουν τελευταίο. Με τον τρόπο αυτό, οι πιθανότητες είναι εναντίον τους. Έχουν να βιώσουν περισσότερες ήττες, από νίκες, καθόσον κανείς άνθρωπος δεν είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα μας. Πάντα κάτι θα μας φταίει κι η ζωή που πεθυμήσαμε δε θα φτάνει ποτέ. Ε πώς να φτάσει μια ζωή, που την φαντάστηκε ο ένας μόνος του, αλλά περιλαμβάνει δύο;

Από την άλλη υπάρχουν κι εκείνοι που ζουν ήδη τη ζωή που θέλουν να ζήσουν και δεν περιμένουν να τους τη φέρει κανείς πεσκέσι. Η μόνη παράμετρος προς επίλυση είναι η μοναξιά. Οι άνθρωποι αυτοί δε φαντάζονται πώς θα 'ναι η ζωή τους μοιρασμένη, που είναι λογικό. Πώς να φανταστείς κάτι δίχως να γνωρίζεις τον άνθρωπο, που θα συμμετέχει μαζί σου; Η ζωή αυτή θα παραμένει πάντα μια terra incognita, μια υποσχεμένη έκπληξη, έως ότου πραγματοποιηθεί. Οι άνθρωποι ετούτοι, σαν αγαπήσουν χαίρονται τόσο από ετούτο το νέο κόσμο, που συνιστά κάθε καινούργια γνωριμία και λατρεύουν τόσο να βαθύνουν και να τον γνωρίσουν, ώστε ξεχνούν να τον κουτσουρέψουν για να τον φέρουν στα μέτρα τους, όπως κάνει ο κλασικός, ευνουχισμένος μαλάκας ή μαλάκω.

Θα μου πείτε πώς κολλάνε όλα ετούτα με τα προηγούμενα; Κολλάνε και παρακολλάνε. Άμα σου 'χει καρφωθεί στον εγκέφαλο πως αν δε σου πάρει η άλλη τσιμπούκι στα γεννέθλιά σου ή αν δε πλαντάζει το μουνάκι σου απ' τα υγρά εφτά φορές τη βδομάδα, χάθηκε ο κόσμος κι η ζωή σου δεν αξίζει κι αυτή η σχέση πρέπει να τελειώνει, τότε θ' αργήσεις πολύ να καταλάβεις τι σημαίνει ευτυχία. Θα τη μπερδεύεις με την ηδονή. Γιατί ο σκοπός, η επιθυμία, το φετίχ, θα μπαίνουν πάντα πρώτα. Δηλαδή, η πάρτη σου.

Από την άλλη, αν γνωρίσεις έναν άνθρωπο που σε συγκινεί, σε γεμίζει, σου επιτρέπει να είσαι ο εαυτός σου, σε κάνει ευτυχισμένο-η, τότε τι διάολο σ' ενδιαφέρει αν το γαμήσι δεν αγγίζει το εξωγήινο και το εξωπραγματικό, παρά είναι μια απλή, επαναλαμβανόμενη πράξη; Αυτά είναι τα σωσίβια όσων δεν έχουν βιώσει την αγάπη και, στο κάτω-κάτω, αυτοί καλά κάνουν. Λένε "Δε βίωσα που δε βίωσα αγάπη, να χάσω και το καλό γαμήσι, ε άντε και στο διάολο". Για όσους όμως αγαπούν, τι σημασία έχει αν δε χύσουν σήμερα, ούτε κι αύριο, αλλά μεθαύριο ή το σαββατο-κύριακο; Τι σημασία έχει αν το πουλί του άλλου είναι τρεις πόντους πίσω απ' το μέσον όρο ή αν τα βυζιά της άλλης δε μπορούν να θηλάσουν ένα μικρό, αφρικάνικο χωριό;

Οι άνθρωποι, βεβαίως, χύνουν περισσότερες φορές απ' όσες αγαπούν. Αυτό κάτι λέει. Κι ίσως να μην μιλούσα έτσι αν ήμουνα νεότερος. Αλλά δεν είμαι πια. Αυτά. Μπορείτε να πάτε να γαμηθείτε τώρα. Ευχή σας δίνω. Και κατάρα.


Υ.Γ. 1 = Εντάξει, το ξέρω πως είμαι πολυλογάς και πως επαναλαμβάνομαι. Άμα γράψω ποτέ βιβλίο, θα κάτσω να βάλω μια τάξη. Μέχρι τότε δεν υπάρχει ελπίδα.

Υ.Γ. 2 = Ένα τυπικό άρθρο για το γυναικείο οργασμό, είναι π.χ. αυτό. Τέτοια αναγνώσματα, που συχνά απασχολούν και προβληματίζουν, είναι γενικά για τον πούτσο. Θα προκαλούσαν ασυγκράτητα γέλια, αν δεν ήταν με τον τρόπο τους θλιβερά και επικίνδυνα. Σχολιασμός άλλη στιγμή.

Wednesday, August 16, 2017

Κοινή λογική ... αυτή η βρωμιάρα πόρνη [ Μέρος 2ο ]

Α. Να δούμε, το λεπόν και καταρχάς, τι διάολο συμβαίνει με τους ορισμούς. Τι 'ναι ένας ορισμός, παρά μια σύντομη περιγραφή ή μια λιτή ερμηνεία; Τι περισσότερο χρειαζόμαστε; Ας μείνουμε στα πιο συνηθισμένα πράγματα, με τα οποία τριβόμαστε καθημερινά - και δεν εννοώ μονάχα το σαπούνι. Για παράδειγμα, άμα ρωτήσεις έναν άντρα τι 'ναι το οφσάιντ, η απάντηση που θα πάρεις είναι ένας ορισμός: ο ορισμός του οφσάιντ. Άμα ρωτήσεις ένα παιδί τι είναι το «κόκκινο», πολύ πιθανό να σου απαντήσει πως είναι π.χ. το χρώμα που 'χει μια ντομάτα. Τι κι αν ο ορισμός δεν είναι σούπερ επιστημονικός; Ένα παιδί δε χρειάζεται να ξέρει τι σημαίνει «μήκος κύματος» και «angstrom», για να καταλάβει το χρώμα που παίρνουν τα γόνατα όταν τρως τα μούτρα σου. Αν, τώρα είστε πολύ hardcore και τα θέλει ο κώλος σας, μπορείτε να ρωτήσετε έναν περαστικό να σας πει τι 'ναι η αγάπη. Ζήσε Μάη μου!

Παρ' όλα αυτά, ακόμα κι αν οι ορισμοί που 'χουμε στο κεφάλι μας είναι ατελείς ή φτωχοί, είναι παραδείγματα ή αφηρημένα ψελίσματα, είναι εν γένει σωστοί ή παντελώς λανθασμένοι, δεν παύουν στιγμή να είναι οι ορισμοί μας και να επιτελούν τον ίδιο σκοπό : μας δίνουν την εντύπωση ή την ψευδαίσθηση ότι ξέρουμε για τι μιλάμε. Όλοι τους έχουμε στο κεφάλι μας, ελάχιστοι ωστόσο τους έχουμε επεξεργαστεί, τους έχουμε κλαδέψει από τη μαλακία ή έχουμε, έστω, μια κάποια επίγνωσή τους.

Οι πιο υποψιασμένοι από σας, ίσως να ψυχανεμίζεστε ήδη τα πρώτα αίτια των ανθρώπινων παρεξηγήσεων. Σ' ένα σωρό πράγματα, οι ορισμοί όχι μόνο διαφέρουν, απ' τον ένα νοματαίο στο διπλανό του, αλλά συχνά είναι κι ενάντιοι. Αυτό, γενικά, δεν προβληματίζει τους ανθρώπους. Ξεκινάνε μια κουβέντα παραμυθιασμένοι ότι όλοι εννοούν τα ίδια πράγματα, όταν ανάθεμα αν ξέρουν κι οι ίδιοι τι ακριβώς εννοούν, όταν μιλάνε. Και καλά ο ορισμός της μπεκάτσας, δε δημουργεί προβλήματα. Είναι λίγο πολύ ο ίδιος για όλους, τουλάχιστον για όσους έχουν δει, πυροβολήσει ή χλαπακιάσει μια μπεκάτσα. Αλλά και γι' άτομα σαν και μένα, που δεν έχουν ιδέα από μπεκάτσες, εκείνο το νεφελώδες αίσθημα ότι «μπεκάτσα» είναι σα να λέμε «ένα πουλί», αρκεί για μια αξιοπρεπή κουβέντα. Στους ορισμούς, όμως, περισσότερο αφηρημένων εννοιών - όπως δικαιοσύνη, φιλία, αγάπη, χρέος, έθνος, πίστη και πάει λέγοντας - γίνεται κυριολεκτικά της πουτάνας. Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Φαντάζομαι οι περισσότεροι από εμάς έχουμε πρωταγωνιστήσει σε άκαρπους διαλόγους της παρακάτω μορφής:

- Εγώ βρε δε σ' αγαπώ; Εγώ, που για σένα έκανα κι αυτό, έκανα κι εκείνο, μετά έκανα και τ' άλλο! - Μπα, αυτό σου 'πανε πως είναι αγάπη; Σε γελάσανε, μωρό μου! Δεν είναι έτσι η αγάπη! - Και πώς διάολο είν' η αγάπη; Τι άλλο να κάνω πια; Τι θες απ' τη ζωή μου; - Μπουχουχου! Αν μ' αγαπούσες αληθινά θα έπρεπε να το καταλάβεις μόνος σου. (Κλάμματα)

Β. Κατά δεύτερο λόγο, ακολουθούν τα αξιώματα. Οι γίγαντες της Λογικής (δηλαδή εγώ και μερικοί άλλοι = χιουμοράκι) συνειδητοποίησαν κάποτε πως όσο κι αν παλέψεις να εξηγήσεις τα πράγματα, πιάνοντας τη μία αιτία πίσω απ' την άλλη, θα καταλήγεις πάντοτε σε μια θέση, που πιο πίσω της δεν πάει, τέρμα, ως εδώ. Το μυαλό δε μπορεί να αιτιολογήσει τα πάντα, κάποτε αναγκάζεται να σταματήσει και ν' αποδεχτεί το τέρμα της λογικής ως έχει, δηλαδή αναπόδεικτο. Αυτό το όριο, μια πρόταση δηλαδή που την καταπίνουμε "υποχρεωτικά" αμάσητη, αυτό είναι το αξίωμα. 'Νταξ, απλουστεύω, αλλά χέστηκα κιόλας.

Πίσω στα δικά μας, τα καθημερινά, τέτοια αξιώματα είναι όλες οι γνώμες, θέσεις, πίστεις, για τις οποίες δεν έχουμε καμία εξήγηση της προκοπής, αλλά τις ακολουθούμε γιατί "έτσι ήταν πάντα" ή "πώς αλλιώς;" ή "τι 'πες ρε για τη μάνα μου;" και τα λοιπά. Τ' αξιώματα των καθημερινών ανθρώπων είναι, γενικά, για τον πούτσο. Στο μεγαλύτερο ποσοστό τους μεγατόνοι σκουπιδιών, οι οποίοι συσσωρεύτηκαν με τα χρόνια και τ' ωρίμασμα, από τους ηλίθιους προγόνους μας, την τηλεόραση και τη συνήθη μαλακία της κοινωνίας. Παραδείγματα αξιωμάτων άπειρα: πίστη και θρησκεία, έθνος και πατρίδα, οικογένεια κι εξοχικό στη Λούτσα... ανεπεξέργαστες πεποιθήσεις, που στέκουν κέρβεροι στα όρια της ερμηνείας ή της νοητικής ικανότητας. Υπάρχουν στ' αλήθεια άνθρωποι, που δεν πιστεύουν πως η ζωή θ' άξιζε χωρίς εξοχικό στη Λούτσα. Άμα τους ρωτήσεις γιατί, θα στάξει λίγο σάλιο και θα μυρίσει καμένο. Η αντίληψη δεν μπορεί να πάει πιο πίσω, αδυνατεί να φανταστεί έναν κόσμο πέρα, πίσω και πάνω από αυτές. Είναι στο απυρόβλητο κι ο πρώτος που θα θίξει κάτι από τα προηγούμενα με λογικά επιχειρήματα, στην καλύτερη περίπτωση, θα τον πάρει ο διάολος - παλιότερα, μπορεί να βρισκόσουν σε κανά χαντάκι, μ' ένα σουγιά στο σβέρκο.

Το αυθαίρετο ενός αξιώματος δεν είναι ισοδύναμο της καταδίκης του. Όπως είπαμε, αλλιώς δε γίνεται, έτσι λειτουργεί η νόηση ή οποιαδήποτε προσπάθεια να βάλουμε λογική τάξη και οργάνωση στο χάος της σκέψης. Κι όμως, ενώ το γεγονός ότι η λογική ανάλυση οποιασδήποτε γνώμης ή υπόθεσης καταλήγει σε μιαν αρχή, που άλλο δεν πάει πίσω, είναι αναπόφευκτο γεγονός, ένα όριο της ίδιας της λογικής φύσης, ωστόσο, το ποια είναι αυτή η αρχική πρόταση ή το πώς καταλήξαμε σε αυτή ξεχωρίζει τους αληθινά σκεπτόμενους, από τα αριθμητικά απάλευτα στίφη της μαλακίας. Έτσι, υπάρχουν χιμπατζήδες που πιστεύουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν η ελίτ της ανθρωπότητας, γιατί το 'χανε στο... DNA τους κι υπάρχουν κι άνθρωποι που δε σταματούν σε τέτοιες πίστεις, παρα αναζητούν αίτια γεωγραφικά, πολιτισμικά, κοινωνικά, οικονομικά και πάει λέγοντας.

Γ. Ο τελευταίος κρίκος στην ευκλείδεια αναδρομή μας είναι τα θεωρήματα, αλλά θ' αδιαφορήσουμε παντελώς για τη λέξη και θα το πούμε απλούστερα: είναι οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε και το οποίο, για να μην είναι αυθαίρετο, θα πρέπει να προκύπτει δια της λογικής από τους ορισμούς και τα αξιώματά μας. Φτάνουμε, λοιπόν, σιγά-σιγά και στο ζητούμενο, το οποίο καθορίστηκε στην εισαγωγή της προηγούμενης ανάρτησης: καλά η λογική, αλλά τι συμβαίνει μ' εκείνη τη ρημάδη την «κοινή λογική»; υπάρχει ή κολοκύθια;

Τώρα δε χρειάζεται να 'ναι κανείς ο Αριστοτέλης (που πρώτος καθόρισε με διαύγεια τους κανόνες της λογικής) για να μη ζήσει παράλογα. Η κοινή λογική, με τις μικρές της ατέλειες, έχει κάτι απ' την ευθύτητα του καθημερινού ανθρώπου - όσο μαλάκας κι αν είναι ο τελευταίος. Γιατί αν ρωτήσεις έναν χριστιανό ή χριστιανή «Ποιο κινητό θεωρείς συμφερότερο ν' αγοράσεις: εκείνο των 100 ευρώ ή το άλλο των 500;» και σου απαντήσει «Το κόκκινο, γιατί είναι το αγαπημένο μου χρώμα», αυτό δε σημαίνει πως σου απάντησε παράλογα. Σημαίνει πως χρησιμοποίησε περισσότερα ή άλλα δεδομένα από εκείνα, που εσύ του έδωσες. Το κάνουν αυτό οι άνθρωποι. Αυθόρμητα και κατά κόρον. Από δύο συσκευές είναι πιο συμφέρον να επιλέξεις εκείνη που σ' αρέσει, γιατί ο άνθρωπος δε καθορίζει το συμφέρον του μόνο με οικονομικά κριτήρια, αλλά και με άλλα: αισθητικά, κομπλεξικά ή δεν ξέρω-γω τι. Αν, λοιπόν, ο κανόνας της λογικής είναι «επιλέγω σύμφωνα με το συμφέρον μου», ο κανόνας είναι κοινός σχεδόν για τους περισσότερους. Τέτοια χαζά και άλλα σοβαρότερα συνιστούν την «κοινή λογική» και θα ήταν όλα μια χαρά, αν τελικά το πρόβλημα ήταν η κοινότητα της λογικής. Αλλά δεν είναι.

Το πρόβλημα είναι πως οι άνθρωποι βιωματικά ή αλλεοτρόπως τροφοδοτούν τη λογική τους με διαφορετικά δεδομένα (διαφορετικοί ορισμοί, αξιώματα, αλλά κι εμπειρίες, αναμνήσεις, εμμονές κ.τ.λ.) κι έτσι με την ίδια λογική διαδικασία καταλήγουν, αναπόφευκτα, και σε διαφορετικά συμπεράσματα.

Το πρόβλημα - για να τελειώνουμε κιόλας, γιατί βαρέθηκα να γράφω - στα ερωτικά, που κυρίως μας ενδιαφέρουν εδώ, είναι ότι ξεκινάμε ατελείωτες συζητήσεις ή προσπαθούμε να λύσουμε τα διαπροσωπικά προβλήματα στηριζόμενοι κυρίως (κι εγωιστικά) μόνο στα δεδομένα εκείνα, με τα οποία εμείς έχουμε συνηθίσει να τριβόμαστε ή θεωρούμε σημαντικά ή, τέλος πάντων, ως πού φτάνει το μυαλό μας. Πέρα απ' την κοσμάρα μας, δηλαδή, το χάος. Αδιαφορούμε παντελώς, για να μην πω διακείμεθα εχθρικά, για κάθε ερμηνεία ή προσέγγιση έχει να προσφέρει ο σύντροφός μας, ο οποίος παρεμπιπτόντως είναι ένας ολόκληρος, άγνωστος κόσμος, με άλλες αφετηρίες, βιώματα, χρωμο-αποχρώσεις. Είμαστε καχύποπτοι για οτιδήποτε δεν προσεγγίζει τις βεβαιότητες και τα νανουρίσματά μας. Γιατί, φυσικά, φοβόμαστε όχι μόνο εκείνο που δεν καταλαβαίνουμε, αλλά κι εκείνο που θα μας αναγκάσει να παραδεχτούμε το λάθος ή την ήττα (ή τη συγγνώμη).

Στην τελική, η κοινή λογική είναι το ήσσον. Το μείζον είναι η απροθυμία κι άλλοτε η ανικανότητα ν' ανοίξουμε την καρδιά ή το νου μας σ' έναν άλλο κόσμο, εκείνον που συνιστά ένας διαφορετικός άνθρωπος και να δεχτούμε τα δεδομένα του. Τα αδιέξοδα της ασυνεννοησίας επέρχονται όχι από ανεπάρκεια της λογικής διαδικασίας, παρά από τη στενότητα της συναισθηματικής διαδικασίας. Δε μάθαμε ποτέ ν' ακούμε, αλλά κι απ' τους εναπομείναντες δε μάθαμε ποτέ να σεβόμαστε ό,τι δεν καταλαβαίνουμε. Όταν τα πάντα είμαστε εμείς, τα δικά μας θέλω, οι δικές μας ανάγκες, ο σύντροφός μας δε βρίσκει χώρο να πατήσει ή ν' αναπνεύσει. Πόσω μάλλον η λογική ή η αγάπη.

Monday, July 24, 2017

Κοινή λογική ... αυτή η βρωμιάρα πόρνη [ Μέρος 1ο ]

Καλώς τους χασομέρηδες του διαδικτύου. Σήμερα θα μιλήσουμε για την «κοινή λογική» και θα προβληματιστούμε, καταρχάς και καταρχήν, αν υπάρχει τέτοιο πράμα και, κατά δεύτερο λόγο, πού διάολο κρύβεται τόσο καλά και γιατί. Το γεγονός ότι θέτω δύο τόσο καίρια ερωτήματα δεν έχει καμία σχέση με το πώς θα δομήσω την επιχειρηματολογία μου. Έτσι μου 'ρθε και τά 'γραψα. Κατά τ' άλλα, θ' αραδιάσω ό,τι και όπως μου κατέβει και λογαριασμό δε δίνω.

Δε χρειάζεται να 'ναι κανείς φιλόσοφος, ούτε να 'χει εντρυφήσει στη Θεωρία της Λογικής, ώστε να καταλάβει μερικά πράγματα για τους ανθρώπους. Θ' αρκούσε να αράξει σε μιαν άκρη, με τη φραπεδιά του ή τη μπύρα, και να χαζεύει μ' ευθύτητα και ειλικρίνεια τα σούρτα-φέρτα της κοσμοθαλασσιάς. Αν, τώρα, προσθέσει και μια τζούρα αγάπης, θα πετύχει μια τέτοια νοστιμάδα, που μέχρι κι αυτά τ' αόρατα θα γίνουν ορατά. Απ' την άλλη, άμα κανείς βαριέται ή δεν έχει λεφτά για μπύρες, θα μπορούσε - απ' το ολότερα - να κλειδαμπαρωθεί σπίτι και να χαζεύει απλά τον εαυτό του. Όχι φυσικά στον καθρέφτη - εκτός κι αν ενίοτε επιθυμεί να τον φτύνει, οπότε εντάξει. Λογικά, μετά από πέντε με δέκα μήνες ή χρόνια, θα πρέπει να 'σαι πολύ στουρνάρι, ώστε να μην έχεις χωνέψει μια στάλλα από τα ανθρώπινα.

Τώρα, δε θέλω να σας ζαλίσω με αμπελοφιλοσοφίες και άλλες βαρεμάρες, αλλά πώς αλλιώς μπορεί να προχωρήσει κανείς ένα βήμα, προς την κατάκτηση της ορθής γνώσης, αν πρώτα-πρώτα δεν στρωθεί να καταλάβει πώς διάολο λειτουργεί η ίδια η σκέψη του; Προτού, δηλαδή, πιάσουμε να σκεφτούμε οτιδήποτε, να πιάσουμε να σκεφτούμε για τη σκέψη. Διαφορετικά, ματαιοπονούμε και δεν πρόκειται να πάρουμε πρέφα ποτέ και τίποτα. Θ' αγαπούμε σαν τα ζώα, μόνο με τα γεννητικά μας όργανα, ή θα σπρώχνουμε τεράστιες κουράδες, όπως εκείνα τα σκαθάρια, και θα περνιόμαστε για πρωταγωνιστές του Fast & Furious. Θα ψοφήσουμε κάποτε, χωρίς να 'χουμε υπάρξει στιγμή ως αληθινοί άνθρωποι, δηλαδή όντα ενσυνείδητα. Θα μας παρασέρνει ο άνεμος, όπου φυσά, σα διαφημιστικά φυλλάδια ζωής, γεμάτα ιλουστρασιόν εικόνες από στομάχια και πρωκτούς, αιδοία και πέη, σε κατακόκκινο, ρομαντικό φόντο, όλο καρδούλες κι υποσχέσεις.

Μέσα στην κατάντια μας, λοιπόν, όλοι εμείς οι προηγμένοι και πολιτισμένοι μακάκοι, μοιραζόμαστε έναν πολύ σημαντικό παρονομαστή. Είτε έξυπνοι, εξυπνάκηδες ή Φόρεστ Γκαμπς, είτε πυρηνικοί φυσικοί στα Τρίκαλα, είτε χασάπηδες στη Βιέννη, όλοι μα όλοι σκεφτόμαστε πάνω-κάτω με την ίδια στοιχειώδη μέθοδο. Προσέξτε: δεν εννοώ ότι σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο ή τα ίδια πράγματα, αλλά πως το σκέπτεσθαι υπακούει σ' έναν κοινό, γενικό μηχανισμό.

Τι συμβαίνει, το λοιπόν, μέσα στο μισογεμάτο μας κρανίο; Αυτό τό 'βρε και το καθόρισε εδώ και πάνω από δυο χιλιετίες ο συγχωρεμένος ο Ευκλείδης και πάνω του δόμησε τη Γεωμετρία του. Είπε δηλαδής ο κακομοίρης ότι ο ανθρώπινος λογισμός, για να 'ναι γόνιμος και αποτελεσματικός, χρειάζεται καταρχάς ορισμούς για τις έννοιες που χρησιμοποιεί, χρειάζεται επίσης μια χούφτα (ή φούχτα) αξιώματα ώστε, τέλος, καθετί άλλο (όπως ένα θεώρημα) να προκύπτει τεκμηριωμένο πάνω στα προηγούμενα, δηλαδή τους ορισμούς και τ' αξιώματα, με βάση τους στοιχειώδεις κανόνες της λογικής. Αυτά. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Κανείς μέχρι σήμερα σ' ολάκερη την ανθρωπότητα, που όργωσε και βλάστησε τούτη τη γη, δε βρήκε να προτείνει τίποτα καλύτερο ή δεν έμεινε αποσβολωμένος μπροστά στην κομψότητα και την οικονομία αυτής της σύλληψης. Που, κατά βάθος, είναι περισσότερο ανακάλυψη, παρά εφεύρεση. Άλλο δεν έκαμε ο Ευκλείδης παρά να κατασκευάσει έναν καθρέφτη του νου και της νόησης. Αυτά τα λέω εγώ, βέβαια. Μην τα δέσετε κιόλας.

Θ' αναλυθούν όλα αυτά στην επόμενη ανάρτηση, ωστόσο κλείνοντας κι εν συντομία:

(Α) Όταν κανείς αναρωτιέται «τι ν' αυτό που το λένε αγάπη», ουσιαστικά, αναζητεί έναν ορισμό: τον ορισμό της αγάπης. (Β) Όταν κανείς πιστεύει στο «Θεό της Αγάπης», άλλο δεν κάνει παρά να μας τρίβει στη μούρη τα αξιώματά του, δηλαδή γνώμες που όσο αίμα (ή άλλα υγρά) και να φτύσει δε θα 'βρει να καταθέσει ούτ' ένα τεκμήριο της προκοπής. (Γ) Τέλος, όταν κανενός του ξεφεύγει το περιπόθητο «Σ' αγαπώ», σκάβει ταυτόχρονα και το λάκκο του, καθώς εκφράζει μια πρόταση κι είναι λοιπόν χρεία αυτήν την πρόταση και να την αποδείξει. Γιατί το «Σ' αγαπώ» δεν είναι απ' τις κουβέντες που τελειώνουν στην τελεία ή το θαυμαστικό, αλλά ίσα-ίσα από την τελεία και πέρα ξεκινούν.

Τι είναι λοιπόν η Αγάπη; ορισμός, αξιώμα ή θεώρημα; Θα 'λεγα κατέχει ταυτόχρονα και τις τρεις διαστάσεις, άρα η αγάπη είναι τετραδιάστατη, άμα χωρέσουμε κι αυτή του χρόνου που πιέζει τη σάρκα και τη ζαρώνει. Κι αν τελικά αποδεικνύεται με κάποιον τρόπο, αυτός δεν είναι σε καμία περίπτωση με λόγια και συνεπαγωγές σα να 'ταν του Μαθηματικού το μυξομάντηλο, παρά με χειρονομίες (όχι σαν αυτές των παλιών ταξιτζήδων) και έργα. Οι ακολουθίες των πράξεων και όχι οι φλυαρίες συνιστούν το λογικό μηχανισμό της Αγάπης.

[ Μη χάσετε το επόμενο επεισόδιο ... ]

Sunday, July 16, 2017

Η Ιδιοκτησία είναι Κλοπή

Τάδε έφη Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, αλλά γι' άλλους λόγους. Εγώ το έγραψα για να εντυπωσιάσω. Λοιπόν, όπως σε κάθε επιστήμη, έτσι κι εμείς, αρχινώντας ετούτο το όμορφο ταξίδι μας στους βόθρους και τα κατακάθια των ερώτων, είναι καλό να θέσουμε τα αξιώματά μας. Έτσι, για να 'μαστε ξηγημένοι και να 'χουμε και καλό ρώτημα, που λέγαν οι παππούδες μας. Ένα μόνο πράμα θα κουβεντιάσουμε σήμερα, αφού τ' άλλα πεντέμιση εκατομμύρια που 'χα στο μυαλό προχθές τα ξέχασα.


Απαραίτητη προϋπόθεση, λοιπόν, για μια όμορφη σχέση (εκτός του να μη βρωμάν τα πόδια σου) είναι ν' αποποιηθούμε αυτό το σιχαμέρο συναίσθημα ιδιοκτήσιας, επί των ανθρώπων. Κ Α Ν Ε Ν Α Σ Δ Ε Ν Α Ν Η Κ Ε Ι Σ Ε Κ Α Ν Ε Ν Α ! Κι αν δυσκολεύτηκες λίγο να διαβάσεις το προηγούμενο, φαντάσου πόσο δύσκολο είναι να το εφαρμόσεις. Τώρα, όλοι εσείς οι φλούφληδες, που κουνάτε το κεφάλι με κατανόηση:

-  Ω, μα πόσο σωστό, κύριε Κόλλα!

... είτε οι εξυπνάκηδες, που το κουνάτε με απογοήτευση:

- Αυτό ήταν όλο ρε; Αυτό το ξέρανε κι οι κότες!

να πάτε πρώτα να χαζέψετε τα μούτρα σας δεκαεφτά φορές, σε καθρέφτη μπάνιου με καλό φωτισμό κι έπειτα ελάτε να μου ξαναμιλήσετε. Καραγκιόζηδες. Κάθε φορά που κάποιος καμώνεται ότι άγγιξε τη βαθιά και πλήρη επίγνωση, στον καναπέ και σταυροπόδι, ένα σπερματοζωάριο πεθαίνει απο μαλακία, σε κάποιο προάστιο της Ουάσινγκτον W.C.

Το 95% ενός δείγματος Καραγκιόζηδων, που ακολουθεί κανονική κατανομή, το πρώτο πράγμα που καταλαβαίνει - κι ίσως το μόνο - είναι το πόσες φορές έχει πέσει ο ίδιος θύμα ερωτικής κακοποίησης κι ούτε μία να 'ναι ο ίδιος θύτης. Πάντα οι άλλοι, αυτοί οι κακούργοι άλλοι. Σπάζεις τρελή πλάκα, κάθε φορά που κουβεντιάζεις με τους ανθρώπους, όλοι κουνάνε το κεφάλι με αβυσσαλέα περισυλλογή, σα να θυμούνται τότε, που κουβαλούσαν το σταυρό του Μεσσία στις ανηφοριές του Γολγοθά. Το πιο πιθανό, θυμούνται από πότε έχουν να γαμήσουν και τους χτυπάει βαρύ μελαγχολικό.

Οι κλαψομούνηδες, το λοιπόν - και συγγνώμη για το σεξισμό -, τα κουβαδάκια τους και σ' άλλη blog-o-παραλία. Και τη γιαγιά μιας αμοιβάδας να ρωτήσεις το ξέρει πως "κανείς δε θέλει να είναι ιδιοκτησία άλλου", αλλά οι περισσότεροι πέρα βρέχει και στον πούτσο τους, για εκείνες τις φορές που γίνανε δυνάστες οι ίδιοι. Κανείς δε θα σου πει πόσες φορές εθεώρησε τον άλλο κτήμα του, με τον άλφα ή γάματα τρόπο. Ναι, ναι, κατάλαβα. Άμα δε ξέρω να μη μιλάω. Τότε τα πράματα ήταν αλλιώς, υπήρχαν λόγοι, άσε δεν καταλαβαίνεις εσύ, εγώ απλά κρατούσα το μαχαίρι, ο άλλος / η άλλη ήρθε κι έπεσε πάνω μου, λίγο το κρασί, λίγο η λιμνοθάλασσα, λίγο τα παιδιά που πεθαίνουν στη Σομαλία, κ.τ.λ.

Τώρα, για να προλάβω ένα βήμα τους εξυπνάκηδες, εννοείται ότι όλα ετούτα δεν ειπώνονται μόνο για λόγους αλτρουιστικούς, παρά και για άλλους τόσους εγωιστικούς (αν και η τελευταία λέξη αδικεί τα συμφραζόμενα). Το να παίρνεις τον άλλο για ιδιοκτησία προκαλεί εξίσου πολλά δεινά όχι μόνο στο θύμα, μα και στο θύτη. Μιλάμε φυσικά για τους ανθρώπους εκείνους, που είναι ανοιχτοί, επιθυμούν μια υγιή σχέση και παλεύουν για δαύτη. Όχι τα παχύδερμα, που κατεβάζουν μούρη, άμα το φαί δεν είναι έτοιμο στις δύο παρά είκοσι.

Οι περισσότεροι απο μας, βέβαια, δεν είμαστε ούτε δουλέμποροι, ούτε φύσει κακοί, παρά τελούμε διαρκώς εν αγνοία και στα πάντα μας αντιδρούμε μπιχεβιοριστικά, σαν ινδικά χοιρίδια. Το γεγονός πως δε γκρεμίζονται πια πολλοί φούρνοι αποδείχνει περίτρανα και με μαθηματική ακρίβεια πως ούτε ένας στα δέκα χιλιάρικα δεν έχει τα φόντα της αφύπνισης κι ούτε ένας στα εκατό χιλιάρικα τα κότσια.


Πόρισμα

Τα προηγούμενα δεν ήταν πάντα αυτονόητα, στη γκλάβα του αθρωπίνου είδους. Για χιλιάδες χρόνια, για να μην πω για χιλιετίες, ο δούλος θεωρούνταν σχεδόν πράγμα κι ο αφεντικός του είχε δικαίωμα ακόμα και στη ζωή ή στο θάνατό του. Γνωστά πράματα και τετριμμένα. Η γυναίκα ήταν κτήμα του κύρη της και μπορούσε ακόμα και να τη σφάξει, αν κάτι δεν του πήγαινε καλά στη φασολάδα, το παιδί ήταν κτήμα του πατέρα του, άλλοτε ολόκληρου, άλλοτε πάλι μόνο της χερούκλας ή της ψωλής του, ο δουλοπάροικος ήταν κτήμα του εκάστοτε φεουδάρχη ('νταξ, ήταν κτήμα της γης, αλλά η γη δε σηκωνόταν να σε γαμήσει στις βουρδουλιές, άμα δεν της άρεσε η σοδειά), ο εργάτης ήταν κτήμα του εργοστασιάρχη, ο πιστός κτήμα του θεού του, ο πολίτης κτήμα του Κράτους ... αυτή η ιστορία τραβάει σε μάκρος, τόσο όσο αντέχουν οι γνώσεις και η υπομονή του καθενός. Point made. Χρειάστηκαν αναρίθμητες καταστραμμένες σάρκες και ψυχές, ώστε να καταλήξουμε σήμερα σε μια μεταβατική αξιοπρέπεια ∙ ο δρόμος αυτός έχει ακόμα μπόλικα χιλιόμετρα.

Μετά από αυτά, λοιπόν, αν κάποιος χωνέψει καλά ότι κανείς δεν είναι κτήμα και χωραφάκι του, η επόμενη σκέψη που συνεκδοχικά οφείλει να κάνει είναι: αφού κανείς δε μου ανήκει, άρα πάνω σε κανέναν δεν έχω δικαίωμα ή εξουσία. Ούτε εγώ, ούτε το χέρι μου ή το πουλί μου ή άλλο σωματικό εξάμβλωμα. Δεν έχω δικαίωμα να του επιβάλλω, ούτε καν τρόπο συμπεριφοράς: πώς θα κινηθεί, πώς θα μιλήσει ή τι άλλο. Θα μου πείτε εδώ μιλάμε για τα ερωτικά ή για τα πάντα όλα; Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι υπάρχει διαφορά στο ήθος; Αν είμαι μαλάκας στο ένα θα είμαι μαλάκας παντού, απλά μπορεί να κρύβομαι καλύτερα.

Κι ο Νόμος; η Εφορία; η ανατροφή του παιδιού μου; ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας; η Φυλακή; ο Φόνος; το Μνημόνιο; η Δ.Ε.Η.; οι γκρούβαλοι της Ικαρίας; Καλά, δε θα μιλήσουμε εδώ για Αναρχισμό κι έτσι. Άμα κανείς ενδιαφέρεται, πραγματικά, υπάρχουν τρόποι και απαντήσεις ή προτάσεις για καθετί. Αλλά ποιος ασχολείται τώρα, βρε αδερφέ (ή αδερφή). Εννοείται, λοιπόν, ότι το αυθαίρετο της οποιασδήποτε επιβολής ισχύει σε κάθε ανθρώπινη έκφανση, αλλά προκοπή δε βλέπουμε, καθώς βρισκόμαστε σ' ένα μικρομεσαίο, εξελικτικό και πολιτισμικό στάδιο, όπου η μαλακία καλά κρατεί ακόμα.

Τέλος πάντων, οι συνέπειες και οι επιμέρους εκδηλώσεις των όσων είπαμε θα ξεδιπλώνονται, σταδιακά, στις επόμενες αναρτήσεις. Αρκεί μόνο να υποδείξουμε ως παραδείγματα ότι π.χ. δε μπορείς να επιβάλλεις στον άλλο τρόπους συμπεριφοράς επειδή εσύ ζηλεύεις ή τραβάς κάνα ζόρι, δε μπορείς να τον περιφράξεις με συρματόπλεγμα για να μη σε απατήσει, δε μπορείς να του απαγορεύσεις τις παρέες που σου βρωμάνε, μπορείς όμως να σηκωθείς και να φύγεις άμα δε σ' αρέσει κι εφόσον προσπάθησες, για κάποιο καιρό, ν' αλλάξεις τα πράματα με την κουβέντα και με την αγάπη. Τι; πώς; τι λέει μωρέ, τούτος εδώ; τι αγάπη και μπουρμπούτσαλα, εδώ μιλάμε για σχέσεις κι οι σχέσεις έχουν υποχρεώσεις. Οι σχέσεις ναι, η αγάπη ωστόσο δεν γνωρίζει "υποχρεώσεις" κι αν γνωρίζει δεν είναι αγάπη. Η αγάπη είναι αλλού, είναι επαναστάτρια και υπερδύναμη, δε χωράει σε μυξοκλάματα ή στις πλάκες του Μωυσή. Αυτά σε άλλο post.

Κάπου εδώ να κλείσουμε. Τι κουβεντιάσαμε; τα αυτονόητα. Μμμ, αυτονόητα ίσως, αλλά μόνο στη θεωρία και όχι για όλους. Σιγά-σιγά, ανοίγουν επίσης ένα σωρό άλλα ζητήματα. Για παράδειγμα, υπάρχει αυτό που λέμε "κοινή λογική"; ειδάλλως πώς διάολο θα συνεννοηθούμε μεταξύ μας; Την επόμενη φορά. Χαιρετισμούς στην ευτυχία, άμα τη συναντήσετε! Μπουαχαχαχαχα!!!


Υστερόγραφο

Κάποτε θα γράψω αναλυτικότερα τις σκέψεις μου πάνω σ' αυτό το ζήτημα, ωστόσο για τις τρέχουσες ανάγκες παρακαλώ να με συγχωρήσετε, αν με κάθε ευκαιρία αδυνατώ ή βαριέμαι να γράφω για καθε "του" και ένα "της", για κάθε "εραστή" και μία "ερωμένη" και πάει λέγοντας. Θα μου επιτρέψετε, για λόγους συνήθειας (δικής μου, μα και πολιτισμικής) να χρησιμοποιώ το αρσενικό με την έννοια του γενικού, του ανθρώπινου. Στο κάτω-κάτω, χέστε με κιόλας οι ψευτοφεμινίστριες, που λυσσάτε με τους κόμπους απ' τα κρόσσια, όταν ο σκώρος κάνει πάρτυ στο χαλί. Οποιανού δεν τ' αρέσει τα κουβαδάκια του και δρόμο, καταπώς είθισται.

Wednesday, July 12, 2017

Zombieland

Ένα blog που είχε γεννηθεί ως Relationshits, τα δύσκολα εκείνα χρόνια της (ερωτικής) κατοχής. Μετά είπα "Τι μαλακίες είναι αυτές;" και το διέγραψα. Αλλά τα ερωτηματικά της αγάπης ψόφο δεν έχουν, καθότι κωλόσκυλα. Άσε που και γαυγίζουν και δαγκώνουν. Τέλος πάντων, ωρίμασα πολύ από τότε, μόνο το πουλί μου έμεινε ίδιο, πράγμα που δε βοηθάει πολύ στο σεξ, βοηθάει όμως πολύ στην ηθικολογία. Εδώ ερχόμαστε εμείς. Δηλαδή, εγώ. Σ' ετούτο το τιτάνιο, δεκάτομο έργο, θα παρουσιάσω με απλά λόγια τις λύσεις σε κάθε πρόβλημα. Όχι δεν είμαι μεγάλος ψεύτης ή ξερόλας ή μαλάκας, αλλά όλα τα προηγούμενα. Έτσι, διαβάζετε με δική σας ευθύνη, αφού εγώ γράφω ανεύθυνα. Αλλά ποιος ξέρει; Μέσα στα σκουπίδια του άλλου, απίθανο δεν είναι να πετύχει κανείς κάτι χρήσιμο για τον ίδιο.

Τιμής Ένεκεν