Wednesday, August 16, 2017

Κοινή λογική ... αυτή η βρωμιάρα πόρνη [ Μέρος 2ο ]

Α. Να δούμε, το λεπόν και καταρχάς, τι διάολο συμβαίνει με τους ορισμούς. Τι 'ναι ένας ορισμός, παρά μια σύντομη περιγραφή ή μια λιτή ερμηνεία; Τι περισσότερο χρειαζόμαστε; Ας μείνουμε στα πιο συνηθισμένα πράγματα, με τα οποία τριβόμαστε καθημερινά - και δεν εννοώ μονάχα το σαπούνι. Για παράδειγμα, άμα ρωτήσεις έναν άντρα τι 'ναι το οφσάιντ, η απάντηση που θα πάρεις είναι ένας ορισμός: ο ορισμός του οφσάιντ. Άμα ρωτήσεις ένα παιδί τι είναι το «κόκκινο», πολύ πιθανό να σου απαντήσει πως είναι π.χ. το χρώμα που 'χει μια ντομάτα. Τι κι αν ο ορισμός δεν είναι σούπερ επιστημονικός; Ένα παιδί δε χρειάζεται να ξέρει τι σημαίνει «μήκος κύματος» και «angstrom», για να καταλάβει το χρώμα που παίρνουν τα γόνατα όταν τρως τα μούτρα σου. Αν, τώρα είστε πολύ hardcore και τα θέλει ο κώλος σας, μπορείτε να ρωτήσετε έναν περαστικό να σας πει τι 'ναι η αγάπη. Ζήσε Μάη μου!

Παρ' όλα αυτά, ακόμα κι αν οι ορισμοί που 'χουμε στο κεφάλι μας είναι ατελείς ή φτωχοί, είναι παραδείγματα ή αφηρημένα ψελίσματα, είναι εν γένει σωστοί ή παντελώς λανθασμένοι, δεν παύουν στιγμή να είναι οι ορισμοί μας και να επιτελούν τον ίδιο σκοπό : μας δίνουν την εντύπωση ή την ψευδαίσθηση ότι ξέρουμε για τι μιλάμε. Όλοι τους έχουμε στο κεφάλι μας, ελάχιστοι ωστόσο τους έχουμε επεξεργαστεί, τους έχουμε κλαδέψει από τη μαλακία ή έχουμε, έστω, μια κάποια επίγνωσή τους.

Οι πιο υποψιασμένοι από σας, ίσως να ψυχανεμίζεστε ήδη τα πρώτα αίτια των ανθρώπινων παρεξηγήσεων. Σ' ένα σωρό πράγματα, οι ορισμοί όχι μόνο διαφέρουν, απ' τον ένα νοματαίο στο διπλανό του, αλλά συχνά είναι κι ενάντιοι. Αυτό, γενικά, δεν προβληματίζει τους ανθρώπους. Ξεκινάνε μια κουβέντα παραμυθιασμένοι ότι όλοι εννοούν τα ίδια πράγματα, όταν ανάθεμα αν ξέρουν κι οι ίδιοι τι ακριβώς εννοούν, όταν μιλάνε. Και καλά ο ορισμός της μπεκάτσας, δε δημουργεί προβλήματα. Είναι λίγο πολύ ο ίδιος για όλους, τουλάχιστον για όσους έχουν δει, πυροβολήσει ή χλαπακιάσει μια μπεκάτσα. Αλλά και γι' άτομα σαν και μένα, που δεν έχουν ιδέα από μπεκάτσες, εκείνο το νεφελώδες αίσθημα ότι «μπεκάτσα» είναι σα να λέμε «ένα πουλί», αρκεί για μια αξιοπρεπή κουβέντα. Στους ορισμούς, όμως, περισσότερο αφηρημένων εννοιών - όπως δικαιοσύνη, φιλία, αγάπη, χρέος, έθνος, πίστη και πάει λέγοντας - γίνεται κυριολεκτικά της πουτάνας. Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Φαντάζομαι οι περισσότεροι από εμάς έχουμε πρωταγωνιστήσει σε άκαρπους διαλόγους της παρακάτω μορφής:

- Εγώ βρε δε σ' αγαπώ; Εγώ, που για σένα έκανα κι αυτό, έκανα κι εκείνο, μετά έκανα και τ' άλλο! - Μπα, αυτό σου 'πανε πως είναι αγάπη; Σε γελάσανε, μωρό μου! Δεν είναι έτσι η αγάπη! - Και πώς διάολο είν' η αγάπη; Τι άλλο να κάνω πια; Τι θες απ' τη ζωή μου; - Μπουχουχου! Αν μ' αγαπούσες αληθινά θα έπρεπε να το καταλάβεις μόνος σου. (Κλάμματα)

Β. Κατά δεύτερο λόγο, ακολουθούν τα αξιώματα. Οι γίγαντες της Λογικής (δηλαδή εγώ και μερικοί άλλοι = χιουμοράκι) συνειδητοποίησαν κάποτε πως όσο κι αν παλέψεις να εξηγήσεις τα πράγματα, πιάνοντας τη μία αιτία πίσω απ' την άλλη, θα καταλήγεις πάντοτε σε μια θέση, που πιο πίσω της δεν πάει, τέρμα, ως εδώ. Το μυαλό δε μπορεί να αιτιολογήσει τα πάντα, κάποτε αναγκάζεται να σταματήσει και ν' αποδεχτεί το τέρμα της λογικής ως έχει, δηλαδή αναπόδεικτο. Αυτό το όριο, μια πρόταση δηλαδή που την καταπίνουμε "υποχρεωτικά" αμάσητη, αυτό είναι το αξίωμα. 'Νταξ, απλουστεύω, αλλά χέστηκα κιόλας.

Πίσω στα δικά μας, τα καθημερινά, τέτοια αξιώματα είναι όλες οι γνώμες, θέσεις, πίστεις, για τις οποίες δεν έχουμε καμία εξήγηση της προκοπής, αλλά τις ακολουθούμε γιατί "έτσι ήταν πάντα" ή "πώς αλλιώς;" ή "τι 'πες ρε για τη μάνα μου;" και τα λοιπά. Τ' αξιώματα των καθημερινών ανθρώπων είναι, γενικά, για τον πούτσο. Στο μεγαλύτερο ποσοστό τους μεγατόνοι σκουπιδιών, οι οποίοι συσσωρεύτηκαν με τα χρόνια και τ' ωρίμασμα, από τους ηλίθιους προγόνους μας, την τηλεόραση και τη συνήθη μαλακία της κοινωνίας. Παραδείγματα αξιωμάτων άπειρα: πίστη και θρησκεία, έθνος και πατρίδα, κόμμα και κράτος, οικογένεια κι εξοχικό στη Λούτσα... ανεπεξέργαστες πεποιθήσεις, που στέκουν κέρβεροι στα όρια της ερμηνείας ή της νοητικής ικανότητας. Υπάρχουν στ' αλήθεια άνθρωποι, που δεν πιστεύουν πως η ζωή θ' άξιζε χωρίς εξοχικό στη Λούτσα. Άμα τους ρωτήσεις γιατί, θα στάξει λίγο σάλιο και θα μυρίσει καμένο. Η αντίληψη δεν μπορεί να πάει πιο πίσω, αδυνατεί να φανταστεί έναν κόσμο πέρα, πίσω και πάνω από αυτές. Είναι στο απυρόβλητο κι ο πρώτος που θα θίξει κάτι από τα προηγούμενα με λογικά επιχειρήματα, στην καλύτερη περίπτωση, θα τον πάρει ο διάολος. Παλιότερα, μπορεί και να βρισκόσουν σε κανά χαντάκι, μ' ένα σουγιά στο σβέρκο, αν έλεγες κάτι κακό π.χ. για το ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Το αυθαίρετο ενός αξιώματος δεν είναι ισοδύναμο της καταδίκης του. Όπως είπαμε, αλλιώς δε γίνεται, έτσι λειτουργεί η νόηση ή οποιαδήποτε προσπάθεια να βάλουμε λογική τάξη και οργάνωση στο χάος της σκέψης. Κι όμως, ενώ το γεγονός ότι η λογική ανάλυση οποιασδήποτε γνώμης ή υπόθεσης καταλήγει σε μιαν αρχή, που άλλο δεν πάει πίσω, είναι αναπόφευκτο γεγονός, ένα όριο της ίδιας της λογικής φύσης, ωστόσο, το ποια είναι αυτή η αρχική πρόταση ή το πώς καταλήξαμε σε αυτή ξεχωρίζει τους αληθινά σκεπτόμενους, από τα αριθμητικά απάλευτα στίφη της μαλακίας. Έτσι, υπάρχουν χιμπατζήδες που πιστεύουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν η ελίτ της ανθρωπότητας, γιατί το 'χανε στο... DNA τους κι υπάρχουν κι άνθρωποι που δε σταματούν σε τέτοιες πίστεις, παρα αναζητούν αίτια γεωγραφικά, πολιτισμικά, κοινωνικά, οικονομικά και πάει λέγοντας.

Γ. Ο τελευταίος κρίκος στην ευκλείδεια αναδρομή μας είναι τα θεωρήματα, αλλά θ' αδιαφορήσουμε παντελώς για τη λέξη και θα το πούμε απλούστερα: είναι οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε και το οποίο, για να μην είναι αυθαίρετο, θα πρέπει να προκύπτει δια της λογικής από τους ορισμούς και τα αξιώματά μας. Φτάνουμε, λοιπόν, σιγά-σιγά και στο ζητούμενο, το οποίο καθορίστηκε στην εισαγωγή της προηγούμενης ανάρτησης: καλά η λογική, αλλά τι συμβαίνει μ' εκείνη τη ρημάδη την «κοινή λογική»; υπάρχει ή κολοκύθια;

Τώρα δε χρειάζεται να 'ναι κανείς ο Αριστοτέλης (που πρώτος καθόρισε με διαύγεια τους κανόνες της λογικής) για να μη ζήσει παράλογα. Η κοινή λογική, με τις μικρές της ατέλειες, έχει κάτι απ' την ευθύτητα του καθημερινού ανθρώπου - όσο μαλάκας κι αν είναι ο τελευταίος. Γιατί αν ρωτήσεις έναν χριστιανό ή χριστιανή «Ποιο κινητό θεωρείς συμφερότερο ν' αγοράσεις: εκείνο των 100 ευρώ ή το άλλο των 500;» και σου απαντήσει «Το κόκκινο, γιατί είναι το αγαπημένο μου χρώμα», αυτό δε σημαίνει πως σου απάντησε παράλογα. Σημαίνει πως χρησιμοποίησε περισσότερα ή άλλα δεδομένα από εκείνα, που εσύ του έδωσες. Το κάνουν αυτό οι άνθρωποι. Αυθόρμητα και κατά κόρον. Από δύο συσκευές είναι πιο συμφέρον να επιλέξεις εκείνη που σ' αρέσει, γιατί ο άνθρωπος δε καθορίζει το συμφέρον του μόνο με οικονομικά κριτήρια, αλλά και με άλλα: αισθητικά, κομπλεξικά ή δεν ξέρω-γω τι. Αν, λοιπόν, ο κανόνας της λογικής είναι «επιλέγω σύμφωνα με το συμφέρον μου», ο κανόνας είναι κοινός σχεδόν για τους περισσότερους. Το "συμφέρον" όμως δεν είναι κοινό. Τέτοια χαζά και άλλα σοβαρότερα συνιστούν την «κοινή λογική» και θα ήταν όλα μια χαρά, αν τελικά το πρόβλημα ήταν η κοινότητα της λογικής. Αλλά δεν είναι.

Το πρόβλημα είναι πως οι άνθρωποι βιωματικά ή αλλεοτρόπως τροφοδοτούν τη λογική τους με διαφορετικά δεδομένα (διαφορετικοί ορισμοί, αξιώματα, αλλά κι εμπειρίες, αναμνήσεις, εμμονές κ.τ.λ.) κι έτσι με την ίδια λογική διαδικασία καταλήγουν, αναπόφευκτα, και σε διαφορετικά συμπεράσματα.

Το πρόβλημα - για να τελειώνουμε κιόλας, γιατί βαρέθηκα να γράφω - στα ερωτικά, που κυρίως μας ενδιαφέρουν εδώ, είναι ότι ξεκινάμε ατελείωτες συζητήσεις ή προσπαθούμε να λύσουμε τα διαπροσωπικά προβλήματα στηριζόμενοι κυρίως (κι εγωιστικά) μόνο στα δεδομένα εκείνα, με τα οποία εμείς έχουμε συνηθίσει να τριβόμαστε ή θεωρούμε σημαντικά ή, τέλος πάντων, ως πού φτάνει το μυαλό μας. Πέρα απ' την κοσμάρα μας, δηλαδή, το χάος. Αδιαφορούμε παντελώς, για να μην πω διακείμεθα εχθρικά, για κάθε ερμηνεία ή προσέγγιση έχει να προσφέρει ο σύντροφός μας, ο οποίος παρεμπιπτόντως είναι ένας ολόκληρος, άγνωστος κόσμος, με άλλες αφετηρίες, βιώματα, χρωμο-αποχρώσεις. Είμαστε καχύποπτοι για οτιδήποτε δεν προσεγγίζει τις βεβαιότητες και τα νανουρίσματά μας. Γιατί, φυσικά, φοβόμαστε όχι μόνο εκείνο που δεν καταλαβαίνουμε, αλλά κι εκείνο που θα μας αναγκάσει να παραδεχτούμε το λάθος ή την ήττα (ή τη συγγνώμη).

Στην τελική, η κοινή λογική είναι το ήσσον. Το μείζον είναι η απροθυμία κι άλλοτε η ανικανότητα ν' ανοίξουμε την καρδιά ή το νου μας σ' έναν άλλο κόσμο, εκείνον που συνιστά ένας διαφορετικός άνθρωπος και να δεχτούμε τα δεδομένα του. Τα αδιέξοδα της ασυνεννοησίας επέρχονται όχι από ανεπάρκεια της λογικής διαδικασίας, παρά από τη στενότητα της συναισθηματικής διαδικασίας. Δε μάθαμε ποτέ ν' ακούμε, αλλά κι απ' τους ακούοντες εναπομείναντες δε μάθαμε ποτέ να σεβόμαστε ό,τι δεν καταλαβαίνουμε. Όταν τα πάντα είμαστε εμείς, τα δικά μας θέλω, οι δικές μας ανάγκες, ο σύντροφός μας δε βρίσκει χώρο να πατήσει ή ν' αναπνεύσει. Πόσω μάλλον η λογική ή η αγάπη.

No comments:

Post a Comment